Ακύρωση Πλειστηριασμού και διάσωση κύριας κατοικίας και όλων των υπόλοιπων περιουσιακών στοιχείων. – (Α’ Δημοσίευση- Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών – Νόμος)
Λίγα Λόγια για την Απόφαση
Με την υπ’ αριθμ. 20/2022 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ακυρώθηκε, την τελευταία στιγμή, η κατασχετήρια έκθεση και ο επικείμενος πλειστηριασμός. Με αυτόν τον τρόπο, διασώθηκε με την δική μας νομική υποστήριξη, η κύρια κατοικία και τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία των εντολέων μας.
Ειδικότερα με την ασκηθείσα ανακοπή, το δικηγορικό γραφείο Κωνσταντίνος Τσουμάνης & Συνεργάτες προέβαλε ελαττώματα της απαίτησης, αλλά και αντιρρήσεις κατά της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και του εκτελεστού τίτλου. Περαιτέρω, όπως έκρινε το Δικαστήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του , συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ’ αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ1472/2004). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή, που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική.
Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη ΄λειτουργία των χρηματοδοτούμενων από αυτές επιχειρήσεων , έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν , αφού από την φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες.
Συνεπώς και για τον λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους (ΑΠ 1352/2011, ΕφΛαρ 17/2017 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281ΑΚ,116 και 933 ΚΠολΔ,20 παρ.1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης , ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη ή όταν η άσκησή της αντίστοιχης αξίωσης χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε οι επαχθείς συνέπειες που δημιουργούνται από την άσκηση να δημιουργούν για τον υπόχρεο έντονη εντύπωση αδικίας (ΟλΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 49/2005, ΑΠ 261/2017, ΑΠ 1248/2010, ΑΠ 340/2006, ΜΠρΚορινθ 11/2020 , όλες δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ).
Τι Συνέβη στην Προκειμένη Περίπτωση;
Στην προκειμένη περίπτωση , με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής μας, ισχυριζόμασταν ότι η ανακοπτόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης πρέπει να ακυρωθεί, καθώς η καθ’ ης προέβη στην επίσπευση σε βάρος των εντολέων μου διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και στην επιβολή της ένδικης κατάσχεσης της ακίνητης περιουσίας των εντολέων μου, κατά παράβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της, για τους ακόλουθους λόγους: αφενός διότι το ακίνητο επί του οποίου επιβλήθηκε η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί τη μοναδική κύρια κατοικία τους και αφετέρου διότι η καθ’ ης καταχρηστικά προέβη στην επιβολή κατάσχεσης σε βάρος της περιουσίας τους, ενώ οι ίδιοι με αλλεπάλληλα αιτήματά προς την καθ’ ης είχαν ζητήσει την έγκριση της προκειμένου να διακανονίσουν την οφειλή τους και βρίσκονταν με την καθ’ ης σε διαρκή επικοινωνία τόσο με ηλεκτρονική αλληλογραφία όσο και τηλεφωνικά, επιφέροντας έτσι δυσμενείς συνέπειες σε βάρος τους.
Με αυτόν τον λόγο, , η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να γίνει δεκτή, και ως ουσιαστικά βάσιμη (271 παρ.3, 591 παρ. 1 εδ.α ‘, 614 επ. και 937 παρ.3 ΚΠολΔ) ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΥΡΩΘΕΙ η υπ’ αριθμ…….έκθεση κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας…….
Η υπόθεση αυτή, συνιστά αναμφίβολη σημαντική δικαστική επιτυχία και είχε δημοσιευτεί, τις αμέσως επόμενες μέρες, λόγω της σπουδαιότητάς της, στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ.-