Τελεσίδικη Δικαστική Απόφαση -ΔΠΡ Κοζάνης
Πρόκειται για τελεσίδικη δικαστική απόφαση του διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης με την οποία δικαιώνονται πυροσβέστες της Δυτικής Μακεδονίας από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και υποχρεούται να τους χορηγήσει χρηματικά ποσά για το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγθεινής εργασίας:
Με την υπ’ αριθμ. 627/2022 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης
δικαιώθηκαν σαράντα (40) πυροσβέστες-οδηγοί οχημάτων από την ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει και σε αυτούς χρηματικά ποσά για το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο παράνομα δεν τους χορηγούσε κατ’ επεκτατική εφαρμογή της αρχής της ισότητας που καθιερώνεται με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και η οποία αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση.
Ακολούθως, όπως έκρινε το δικάσαν Δικαστήριο, με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 και, της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσας 2/16519/0022/24.2.2012 Κ.Υ.Α., το ένδικο επίδομα χορηγήθηκε μεταξύ άλλων, στους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Α΄ και Β΄ βαθμού που έχουν την ειδικότητα των οδηγών λεωφορείων, ανοιχτών φορτηγών και βαρέων φορτηγών μεικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία στην ειδικότητα αυτή, που δικαιολογεί την καταβολή του, κατά πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, η οποία πρέπει να βεβαιώνεται από τον οικείο προϊστάμενο. Ενόψει τούτου, λαμβάνοντας υπόψη, ότι:
α) όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκ μέρους των εναγόντων αυτών, προμνησθείσες βεβαιώσεις των αρμόδιων Διοικητών των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών στις οποίες υπηρετούσαν αντιστοίχως, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οι ενάγοντες αυτοί εκτελούσαν χρέη πυροσβέστη με την ειδικότητα του οδηγού,
β) όπως επίσης προκύπτει από τα αντίγραφα των προσκομιζόμενων, για κάθε έναν από τους ενάγοντες αυτούς, αδειών οδηγού – χειριστή υπηρεσιακών οχημάτων – μηχανημάτων εκδοθεισών από την αρμόδια Διεύθυνση Τεχνικών του Αρχηγείου του Π.Σ., οι τελευταίοι ήταν κάτοχοι υπηρεσιακής άδειας οδηγού οχημάτων άνω των 3,5 τόνων (άδειες Γ΄ και Δ΄ κατηγορίας), στις δε μισθοδοτικές τους καταστάσεις αναγράφονται με την ειδικότητα του «οδηγού», το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες, κατά τα αντίστοιχα κρίσιμα χρονικά διαστήματα, παρείχαν την εργασία τους ως πυροσβέστες και οδηγοί βαρέων οχημάτων, κατέχοντας και τη σχετική υπηρεσιακή άδεια οδήγησης βαρέων οχημάτων και, κατά συνέπεια, απασχολούμενοι πλήρως και αποκλειστικώς με την ειδικότητα του οδηγού πυροσβεστικού οχήματος τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας και ασκούσαν καθήκοντα όμοια με αυτά των οδηγών βαρέων οχημάτων, για τους οποίους προβλέπεται η καταβολή του επίμαχου επιδόματος (ΔΕφΑθ 16, 17/2021).
Ως εκ τούτου, η μη συμπερίληψή τους στους δικαιούχους του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας συνιστά άνιση μεταχείρισή τους έναντι των υπόλοιπων οδηγών βαρέων οχημάτων που το λαμβάνουν και συμπεριλαμβάνονται στην ανωτέρω ΚΥΑ, και αντίκειται στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας. Συνεπεία των ανωτέρω, οι ενάγοντες αυτοί δικαιούνται να λάβουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της υπ’ αριθμ. οικ.2/16519/0022/ 24.2.2012 ΚΥΑ επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 150 ευρώ.
Η υπόθεση αυτή συνιστά αναμφίβολα, σημαντική δικαστική επιτυχία για το δικηγορικό γραφείο Κωνσταντίνος Τσουμάνης, τόσο για το νομικό σκέλος της, αφού αναγνωρίστηκε η υποχρέωση να καταβληθούν σημαντικά χρηματικά ποσά στους πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης-οδηγούς οχημάτων, για το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ανάλογες με αυτές των μονίμων υπαλλήλων, στα ίδια καθήκοντα και προσόντα.