Πολύ σημαντική απόφαση εξέδωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας για τους πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης. Χωρίς να υπάρχει νωρίτερα καμία σχετική απόφαση από το ΣτΕ που να δικαιώνει τους ως άνω εργαζόμενους, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 524/2026 αμετάκλητη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου και κρίθηκε α μ ε τ ά κ λ η τ α ότι οι πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης, δικαιούνται για τα επίδικα χρονικά διαστήματα, το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας. Παραθέτουμε αυτούσιο το κείμενο της απόφασης αυτής:
Αριθμός 524/2026
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2025, με την εξής σύνθεση: Ιωάννης Γράβαρης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Κωνσταντίνα Φιλοπούλου, Φραντζέσκα Γιαννακού, Κασσιανή Μαρίνου, Σταυρούλα Λαμπροπούλου, Σύμβουλοι, Μαρία Γκάνα, Παναγιώτα Μούρκου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Λάμπρος Ρίκος.
Για να δικάσει την από 20 Ιανουαρίου 2023 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά των: ……………………………., οι οποίοι παρέστησαν με τον ως άνω δικηγόρο Κωνσταντίνο Τσουμάνη, που τον διόρισαν με πληρεξούσια.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 672/2022 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Παναγιώτας Μούρκου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία νομίμως ασκήθηκε χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 672/2022 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης, κατά το μέρος της με το οποίο έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης, την οποία άσκησαν από κοινού με άλλους συναδέλφους τους και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλλει σε καθένα από αυτούς, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, τα αναγραφόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσά κυμαινόμενα από 600 ευρώ έως 3.600 ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν στο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226) και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας οικ. 2/16519/0022/24.2.2012 κοινής υπουργικής απόφασης (Β΄ 465), και τα οποία παρανόμως, κατά την αναιρεσιβαλλομένη, δεν τους χορηγήθηκαν κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας για τα οριζόμενα στην απόφαση χρονικά διαστήματα κατά τα έτη 2016-2018.
2. Επειδή, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν με τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Τσουμάνη, στον οποίο χορηγήθηκε προθεσμία, προκειμένου να προσκομίσει τα αναγκαία για τη νομιμοποίησή του στοιχεία έως τις 10.2.2025. Εντός της χορηγηθείσας προθεσμίας ο ως άνω δικηγόρος προσκόμισε τα 10351/ 23.1.2025, 3964/27.1.2025, 10359/27.1.2025, 16817/29.1.2025, 1686/ 29.1.2025 ειδικά πληρεξούσια διαφόρων Συμβολαιογράφων χορήγησης δικαστικής πληρεξουσιότητας σε αυτόν για τους πρώτο έως δέκατο πέμπτο, δέκατο έβδομο έως τριακοστό πέμπτο και τριακοστό έκτο έως τεσσαρακοστό πρώτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι και νομίμως παρίστανται κατά την εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως με τον ως άνω δικηγόρο. Περαιτέρω, και για τους κ.κ. Π. Γ. του Β. (..), Γ. Μ. του Π. (…) και Β. Τ. του Α. (…) νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση, μολονότι αυτοί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε χορήγησαν πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο, διότι, όπως προκύπτει από την 5953B/30.12.2024 έκθεση επίδοσης δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων, Θεοδώρας Αθανασοπούλου, επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως και της από 05.11.2024 πράξης του Προέδρου του Στ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή κοινοποιήθηκαν εμπροθέσμως και νομοτύπως στον παραστάντα στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων.
3. Επειδή, όπως γίνεται παγίως δεκτό, κατά τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και, τη συμπλήρωση της πρώτης εξ αυτών με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), καθώς και κατά το άρθρο 2 του τελευταίου αυτού νόμου, στο οποίο προβλέπεται ότι “Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας […]”, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται κατ’ αρχήν η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο ως άνω παραγράφων του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, και του ελάχιστου δηλαδή ποσού της διαφοράς, κατά την παράγραφο 4, και των κατά την παράγραφο 3 ισχυρισμών σχετικά με τη νομολογία (βλ. ΣτΕ 651/2025 επτ. κ.ά.). Εξάλλου, επί πλειόνων αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων, για τον προσδιορισμό του ύψους του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το ύψος του χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί σε καθέναν από αυτούς (ΣτΕ 406/2024 επτ., 194/2024 κ.ά). Συνεπώς, αίτηση αναιρέσεως με χρηματικό αντικείμενο που υπολείπεται του ανωτέρω ποσού είναι, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, απορριπτέα ως απαράδεκτη. Ασκείται όμως, παρά ταύτα, παραδεκτώς, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εξαιρετικής ως άνω διατάξεως του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 (ΣτΕ 651/2025 επτ., 752, 855/2013 επτ.). Κατά την έννοια δε της τελευταίας αυτής διάταξης, όπως προκύπτει τόσο από το γράμμα όσο και από τον σκοπό της, τότε μόνο επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη (περιλαμβανομένων και των περί του ποσού της διαφοράς διατάξεων του άρθρου 53 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989), όταν με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει κριθεί διάταξη τυπικού νόμου ανίσχυρη ως αντίθετη στο Σύνταγμα ή άλλον υπερνομοθετικής ισχύος κανόνα δικαίου, χωρίς το ζήτημα να έχει κριθεί
-κατά την άσκηση της αιτήσεως- από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ Ολομ. 616-618/2021, 219/2021, 1823/2020, 29/2014, ΣτΕ 654/2025επτ. 406/2024 επτ., κ.ά). Η ρύθμιση αυτή εισήχθη για προφανείς λόγους δημοσίου συμφέροντος (βλ. σχετ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010) και, συγκεκριμένα, προκειμένου να μην καταλείπονται αμφιβολίες στην έννομη τάξη σχετικά με την ισχύ τυπικού νόμου, λόγω αντιθέσεώς του προς υπερκείμενους κανόνες δικαίου, ζήτημα που ο νομοθέτης έκρινε τόσο σοβαρό για τη σταθερότητα της έννομης τάξης, ώστε να επιτρέψει την κατ’ αναίρεση επίλυσή του από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ακόμα και όταν δεν συντρέχουν οι κατ’ αρχήν προϋποθέσεις παραδεκτού που ο ίδιος θέσπισε για την αποσυμφόρηση του Δικαστηρίου (ΣτΕ Ολομ. 874-875/2025, 219/2021, 29/2014, ΣτΕ 654/2025 επτ., 651/2025, 2258-2266/2022 επτ. κ.ά.). Όπως έχει, περαιτέρω, κριθεί, έπειτα από διακύμανση της νομολογίας, με την 2019/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η κατά τα ανωτέρω προϋπόθεση του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 συντρέχει κατ’ αρχήν και όταν υπάρχει κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περί αντισυνταγματικότητας κανονιστικής διοικητικής πράξης. Εάν τεκμηριωθεί η συνδρομή της ως άνω προϋπόθεσης, η αίτηση είναι παραδεκτή και εξετάζεται μόνο κατά το μέρος της και ως προς τους λόγους που αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα αντισυνταγματικότητας και όχι ως προς τους λόγους αναιρέσεως που αφορούν κεφάλαια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στα οποία δεν τίθεται το ζήτημα αυτό (ΣτΕ Ολομ. 1823/2020, 29/2014, ΣτΕ 606/2025, 406/2024 επτ., 1042/2024 κ.ά.).
4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, κατατεθείσα την 20.01.2023, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των προπαρατεθεισών διατάξεων του ν. 3900/2010, το δε ποσό της κρινόμενης διαφοράς, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (βλ. ανωτ. σκέψη 1), υπολείπεται σε κάθε περίπτωση του νόμιμου ορίου των 40.000 ευρώ για καθένα από τους αναιρεσιβλήτους. Εντούτοις, με το εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλεται ότι η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς κατ’ άρθρο 2 του ν. 3900/2010, δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εξέφερε ρητή κρίση περί αντισυνταγματικότητας της εφαρμοστέας εν προκειμένω 2/16519/0022/24.02.2012 κανονιστικής κ.υ.α., εκδοθείσας κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, και δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλομένη εξέφερε τέτοια κρίση (βλ. κατωτ.) είναι βάσιμος, γιατί πράγματι επί του κρίσιμου εν προκειμένω ζητήματος της συνταγματικότητας του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθείσας ως άνω κ.υ.α, καθ’ ο μέρος δεν συμπεριέλαβε μεταξύ των δικαιούχων του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας τους πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης με την ειδικότητα του οδηγού βαρέων οχημάτων (πυροσβεστικού οχήματος), δεν προκύπτει η ύπαρξη κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αιτήσεως νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνεπώς, ο σχετικός, κατωτέρω εκτιθέμενος στη σκέψη 6, λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς από την άποψη των διατάξεων του ν. 3900/2010, δεδομένου δε ότι η κρινόμενη αίτηση ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς, είναι περαιτέρω εξεταστέος.
5. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, οι 1ος, 2ος, 3ος, 4η, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 12ος, 14ος, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος, 27ος, 31ος, 32ος, 33ος, 34ος, 36η, αναιρεσίβλητοι κατετάγησαν στο Πυροσβεστικό Σώμα την 10.2.2012 ως Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης, με την ειδικότητα οδηγού και με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, και την 9.2.2017 τους απονεμήθηκε ο τίτλος του Πυροσβέστη, οι 11ος και 13ος αναιρεσίβλητοι κατετάγησαν στο Πυροσβεστικό Σώμα την 18.12.2012 ως Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης, με την ειδικότητα οδηγού και με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου και την 17.12.2017 τους απονεμήθηκε ο τίτλος του Πυροσβέστη. Περαιτέρω, οι 20ος, 21ος, 22ος, 23ος, 24ος, 25ος, 26ος, 28ος, 29ος, 37ος, 38ος, 39ος, 40ος και 41oς αναιρεσίβλητοι κατετάγησαν στο Πυροσβεστικό Σώμα την 10.2.2012 ως Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης, με την ειδικότητα οδηγού και με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου και η θητεία τους ανανεώθηκε για μία ακόμη πενταετία. Όπως βεβαιώνεται από το δικάσαν δικαστήριο, κατά τα κρίσιμα για καθένα από αυτούς χρονικά διαστήματα, οι αναιρεσίβλητοι δεν λάμβαναν το ένδικο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ενόψει δε αυτού οι πρώτοι επτά αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν αιτήσεις προς το Ελληνικό Δημόσιο, ζητώντας την καταβολή του για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.3.2018. Στη συνέχεια, με την από 28.11.2019 αγωγή τους, την οποία άσκησαν από κοινού μαζί με άλλους δύο συναδέλφους τους, ομοίως Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, ζήτησαν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει νομιμοτόκως, (α) σε καθέναν από τους πρώτο έως τον δέκατο ένατο, τον εικοστό έβδομο, τον εικοστό όγδοο, τον τριακοστό πρώτο και από τον τριακοστό δεύτερο μέχρι και τον τριακοστό έκτο το ποσό των 2.250 ευρώ και (β) σε καθέναν από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, το ποσό των 6.000 ευρώ, οι δε τελευταίοι ζήτησαν επιπλέον με την αγωγή, όπως το αίτημά της μετατράπηκε εν μέρει σε αναγνωριστικό για το ποσό πέραν των 6.000 ευρώ, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Δημοσίου να τους καταβάλει και το ποσό των 1.050 ευρώ. Τα ποσά αυτά αντιστοιχούσαν στο επίδικο προβλεπόμενο στο άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους δικαιούνταν, βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας, αλλά και λόγω της απασχόλησης τους, και το οποίο, κατά τα προβαλλόμενα από αυτούς, παρανόμως δεν τους χορηγήθηκαν κατά τα χρονικά διαστήματα από 01.01.2016 έως 31.03.2018 και από 01.01.2016 έως 28.11.2019 αντιστοίχως. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκαν ότι κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας δεν προβλέφθηκε με την προμνησθείσα κ.υ.α. η χορήγηση του επίμαχου επιδόματος και στους ίδιους, εφόσον, σύμφωνα με την ειδικότητά τους, απασχολούνται ως οδηγοί πυροσβεστικού οχήματος, το οποίο έχει μεικτό βάρος άνω των 3,5 τόνων, καθώς και ότι η πλήρης και αποκλειστική τους απασχόληση με την ειδικότητα του οδηγού βαρέων οχημάτων αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στο άρθρο 15 παρ. 16 του ν. 3938/2011 (φ. Α΄ 61) ασφάλισής τους στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ασφαλίζονται υπό τον κωδικό ειδικότητας 882400, ο οποίος αντιστοιχεί στην ειδικότητα οδηγού φορτηγών και βαρέων φορτηγών. Το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε, αντιθέτως, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνταν το ένδικο επίδομα διότι δεν περιλαμβάνονταν ως κατηγορία υπαλλήλων στην ανωτέρω κ.υ.α., στερούνταν της ειδικότητας οδηγών λεωφορείων, ανοιχτών φορτηγών και βαρέων φορτηγών μεικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων, καθώς και διότι ως Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης τελούσαν σε διαφορετικές συνθήκες απασχόλησης όσον αφορά την πρόσληψη, την υπηρεσιακή εξέλιξη και τη λύση της εργασιακής τους σχέσης, είχαν διαφορετική εκπαίδευση, προσόντα, δεξιότητες, αρμοδιότητες και καθήκοντα σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους που έχουν την ειδικότητα των οδηγών, ενώ παρείχαν και την εργασία τους με διαφορετικό νομικό καθεστώς. Κατά την κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, από τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 συνάγεται ότι ο νομοθέτης επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα χορήγησε εξουσιοδότηση στους συναρμόδιους Υπουργούς να καθορίσουν τους δικαιούχους και τους όρους και προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, το οποίο αποσκοπεί στην οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων που είτε εκτελούν επικίνδυνα για την υγεία τους καθήκοντα είτε εργάζονται σε περιβάλλον που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία· και ότι με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας, οικ.2/16519/0022/24.2.2012 κ.υ.α. το ένδικο επίδομα χορηγήθηκε μεταξύ άλλων, στους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Α΄ και Β΄ βαθμού που έχουν την ειδικότητα των οδηγών λεωφορείων, ανοιχτών φορτηγών και βαρέων φορτηγών μεικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων, με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία στην ειδικότητα αυτή, που δικαιολογεί την καταβολή του, κατά πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, η οποία πρέπει να βεβαιώνεται από τον οικείο προϊστάμενο. Ακολούθως, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη ότι οι αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα με τις προσκομισθείσες βεβαιώσεις των αρμόδιων Διοικητικών των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών στις οποίες υπηρετούσαν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα, εκτελούσαν χρέη πυροσβέστη με την ειδικότητα του οδηγού στις Πυροσβεστικές Υπηρεσίες που υπηρετούσαν [υπό το καθεστώς του άρθρου 15 του ν. 3938/2011 (Α΄ 61)], και ότι ήταν κάτοχοι υπηρεσιακής άδειας οδηγού οχημάτων άνω των 3,5 τόνων (άδειες Γ΄ και Δ΄ κατηγορίας), στις δε μισθοδοτικές τους καταστάσεις αναγράφονται με την ειδικότητα του «οδηγού», έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατά τα αντίστοιχα για καθένα τους χρονικά διαστήματα, παρείχαν την εργασία τους ως πυροσβέστες και οδηγοί βαρέων οχημάτων, κατέχοντας και τη σχετική υπηρεσιακή άδεια οδήγησης βαρέων οχημάτων και, κατά συνέπεια, απασχολούμενοι πλήρως και αποκλειστικώς με την ειδικότητα του οδηγού πυροσβεστικού οχήματος τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας και ασκούσαν καθήκοντα όμοια με αυτά των οδηγών βαρέων οχημάτων, για τους οποίους προβλέπεται η καταβολή του επίμαχου επιδόματος, και, ως εκ τούτου, η μη συμπερίληψη αυτών στους δικαιούχους του ως άνω επιδόματος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης, συνιστούσε, κατά το δικάσαν δικαστήριο, αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείρισή τους έναντι των υπόλοιπων οδηγών βαρέων οχημάτων που το λαμβάνουν, η οποία παραβιάζει την κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Κατόπιν αυτών, κρίθηκε ότι εξαιτίας της εν λόγω παρανομίας των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, οι αναιρεσίβλητοι, δικαιούνταν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της υπ’ αριθμ. οικ.2/16519/0022/24.2.2012 ΚΥΑ επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας. Στη συνέχεια, όμως, το δικαστήριο έκρινε ότι μέρος των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, πλην του πρώτου έως και του έβδομου αυτών, είχε ήδη υποπέσει κατά τον χρόνο επίδοσης αντιγράφου της αγωγής στο Ελληνικό Δημόσιο στη διετή παραγραφή [κατ’ εφαρμογή των άρθρων 140 παρ. 3, 143 και 144 του ν. 4270/2014, Α΄ 143] κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση. Μετά τις σκέψεις αυτές, το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει (α) σε κάθε έναν από τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο και 7ο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 2.250 ευρώ, (β) σε κάθε έναν από τους 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15ο, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 27ο, 31ο, 32ο, 33ο, 34ο, 35ο και 36ο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 600 ευρώ και (γ) σε κάθε έναν από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, ήτοι τους 20ο, 21ο, 22ο, 23ο, 24ο, 25ο, 26ο, 28ο, 29ο, 30ο, 37ο, 38ο, 39ο, 40ο και 41ο το ποσό των 3.600 ευρώ, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής, ήτοι από 29.11.2019 και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω, απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή δύο, εκ των ενώπιον εναγόντων, ομοίως Πυροσβεστών Πενταετούς Υποχρέωσης. Κατά της απόφασης αυτής του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, καθ’ ο μέρος αυτή έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
6. Επειδή, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως το Δημόσιο αμφισβητεί την ορθότητα της κρίσης του διοικητικού πρωτοδικείου περί αντισυνταγματικότητας της 2/16519/0022/24.02.2012 κ.υ.α και της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι έσφαλε το δικάσαν δικαστήριο δεχθέν ότι η ρύθμιση της εφαρμοστέας εν προκειμένω κ.υ.α., καθ’ο μέρος εξαιρεί τους πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης με την ειδικότητα του οδηγού βαρέων οχημάτων (πυροσβεστικού οχήματος) από τη χορήγηση του ένδικου επιδόματος της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 αντίκειται στην αρχή της ισότητας. Και τούτο διότι, κατά το αναιρεσείον, οι διατάξεις που προβλέπουν τους δικαιούχους και τους όρους καταβολής του ένδικου επιδόματος είναι εξαιρετικές και συνεπώς στενά ερμηνευτέες, προϋποθέτουν την κατοχή συγκεκριμένων επαγγελματικών ειδικοτήτων, που αναφέρονται ρητά στην κ.υ.α., όπως είναι οι εντασσόμενοι στην κατηγορία Α υπάλληλοι με την ειδικότητα του οδηγού ανοιχτών και βαρέων φορτηγών μεικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων, καθώς και την αποκλειστική απασχόληση στις ειδικότητες αυτές, γεγονός που αποκλείει την επέκταση της εφαρμογής τους και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων, που δεν κατέχουν τις ρητά οριζόμενες στον νόμο επαγγελματικές ειδικότητες και δεν τις ασκούν πλήρως και αποκλειστικά. Οι δε αναιρεσίβλητοι, πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης, κατ’ άρθρο 15 παρ. 9 του ν. 3938/2011, έχουν ως κύριο καθήκον την δασοπυρόσβεση και τη δασοπροστασία, η οδήγηση διαφόρων τύπων πυροσβεστικών οχημάτων, απλώς, συγκαταλέγεται μεταξύ των εσωτερικών υπηρεσιών που εκτελούν στο πλαίσιο των κύριων καθηκόντων τους (άρθρο 22 παρ. 3 περ. θ του π.δ. 210/1992), για δε την πρόσληψή τους αρκεί η κατοχή διπλώματος οδήγησης Γ΄ κατηγορίας (άρθρο 15 παρ. 4 του ν. 3938/2011) και, συνεπώς, πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων, που διαφέρουν τόσο ως προς τα κριτήρια πρόσληψης όσο και στα καθήκοντά τους, καθώς μάλιστα ως προς τους πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης, ελλείπει το στοιχείο της αποκλειστικής απασχόλησής τους στην οδήγηση βαρέων οχημάτων, και που, επομένως, τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες εργασίας· με συνέπεια, η μη χορήγηση σε αυτούς του ένδικου επιδόματος να μην συνιστά άνιση μεταχείριση, όπως εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
7. Επειδή, με τον ν. 4024/2011 “Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο – βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015” (Α΄ 226), επιχειρήθηκε, μεταξύ άλλων, η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξελίξεως του προσωπικού της Δημόσιας Διοικήσεως (ΣτΕ 1851/2018 επτ., 1566/2021). Με το Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού (άρθρα 4 έως 32) θεσπίσθηκε το “ενιαίο μισθολόγιο” των πολιτικών υπαλλήλων και των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ.. Ειδικότερα, στο άρθρο 4 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: “1. Στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) […] 2. Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, […], καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β΄ του ν. 3205/2003 (Α΄ 297) εξαιρούνται από το Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17. […]”. Στο άρθρο 12 του νόμου αυτού όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο [πριν την κατάργηση του με το άρθρο 34 περ. α του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), με ισχύ από 1.1.2016 σύμφωνα με το άρθρο 35 του αυτού νόμου, βλ. κατωτέρω] οριζόταν ότι οι υπάλληλοι λαμβάνουν το βασικό μισθό που αντιστοιχεί στον βαθμό τους (παρ. 1), ενώ περαιτέρω σε κάθε βαθμό θεσπίζονται μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία ο υπάλληλος εξελίσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις νόμου (παρ. 2 επ.) και στο άρθρο 14, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (πριν την κατάργηση του με το άρθρο 34 περ. α του ν. 4354/2015) ότι oι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από το βασικό μισθό και τα επιδόματα και τις παροχές των άρθρων 15, 17, 18, 19 και 29 του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους. Με το άρθρο 15 του νόμου αυτού, όπως ίσχυε από 1.11.2011 (κατά το άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου ν. 4024/2011) και κατά τον κρίσιμο χρόνο (πριν την κατάργηση του, από 1.1.2016, με το άρθρο 34 περ. α του ν. 4354/2015, βλ. κατωτέρω), με τίτλο “Επιδόματα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και απομακρυσμένων παραμεθόριων περιοχών” ορίσθηκε ότι: “1. Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως. Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησής του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. 2. […]”. Στα επόμενα άρθρα 16 έως 20, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθορίζονταν άλλα επιδόματα, παροχές και η αμοιβή της υπερωριακής εργασίας. Στο άρθρο 22, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο [πριν την κατάργησή του με το άρθρο 34 περ. α του ν. 4354/2015, με έναρξη ισχύος από 1.1.2016] στην παρ. 2 προβλεπόταν ότι “Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ανάλογα οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α..”. Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 22 του προαναφερθέντος ν. 4024/2011, με την οικ.2/13917/0022/ 17.2.2012 κ.υ.α (Β΄ 414/23.2.2012) ορίσθηκαν τα εξής: “1. Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. […] λαμβάνουν το βασικό μισθό που αντιστοιχεί στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 4024/2011 (…). 2. […] 3. Πέραν του βασικού μισθού, οι ανωτέρω δικαιούνται τα επιδόματα και τις παροχές, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 15, 16, 17 και 20, του Ν. 4024/ 2011 (…), εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησής τους. […] 4. Η παρούσα απόφαση ισχύει από 1.11.2011 και από την ημερομηνία αυτή παύουν να ισχύουν […] και κάθε άλλη ρύθμιση (υπουργική απόφαση κ.λπ.) που καθορίζει αποδοχές του με οποιαδήποτε ιδιότητα προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή διάρκειας του Δημοσίου […]”.
8. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση, μεταξύ άλλων, της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 15 του ν. 4024/2011, εκδόθηκε η οικ. 2/16519/0022/ 24.2.2012 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 465/24.2.2012), με έναρξη ισχύος από 1.5.2012 (άρθρο μόνο, παρ. 6 τελευταίο εδάφιο αυτής). Με το άρθρο μόνο αυτής, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο [πριν την κατάργησή της μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 34 του ν. 4354/2015 με νεότερες κ.υ.α. και καθ’ ο μέρος ενδιαφέρει εν προκειμένω με την παρ. 11 του άρθρου 3 της οικ.2/7396/ΔΕΠ/14.2.2023 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας και Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας (Β΄ 926/23.2.2023)] ορίσθηκαν τα εξής: “1. Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ – ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Α΄ και Β΄ βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α΄ σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β) Κατηγορία Β΄ σε εβδομήντα (70) ευρώ. γ) Κατηγορία Γ΄ σε τριάντα πέντε (35) ευρώ 2. Στην κατηγορία Α΄ περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) […] γ) […], οι οδηγοί ανοιχτών φορτηγών και βαρέων φορτηγών μεικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων και λεωφορείων και οι χειριστές μηχανημάτων έργου. δ) […] 5. […] 6. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του. […] Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων, για οποιονδήποτε λόγο (όπως ενδεικτικά μετακίνηση, απόσπαση, μετάθεση, μετάταξη, διάθεση) από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγηση του, διακόπτεται ισοχρόνως η καταβολή του με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου”.
9. Επειδή, στη συνέχεια, με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Β του ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων” (Α΄ 176), θεσπίσθηκαν μισθολογικές ρυθμίσεις για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο. του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005 (Α΄ 314). Ειδικότερα, στο άρθρο 7 του ανωτέρω ν. 4354/2015 ορίζεται ότι: “1. Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου: α) των φορέων της περίπτωσης στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143) [στο άρθρο αυτό δίνεται ο ορισμός, μεταξύ άλλων, της έννοιας του Δημοσίου Τομέα και της Κεντρικής Διοίκησης ή Δημοσίου ή Κράτους], β) […] 2. Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος: α) […] γ) οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που ορίζονται στις διατάξεις του Μέρους Β΄ του ν. 3205/2003 (Α΄ 297), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, καθώς και οι εν γένει αμειβόμενοι με ειδικά μισθολόγια, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 15 και 28, δ) […]”. Με το 18 του ίδιου ν. 4354/2015 με τίτλο “Επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας”, ορίσθηκε ότι: “Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ, 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 εξακολουθεί να καταβάλλεται στο ίδιο ύψος, στους δικαιούχους που έχουν οριστεί με τις υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και αυτών του άρθρου 67 του ν. 4235/2014 (Α΄ 32), με την επιφύλαξη της επικείμενης ευθυγράμμισης του σχετικού καθεστώτος με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή νομοθεσία έως τις 31.12.2017.”. Με το άρθρο 34 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι “από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται: α. Οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του Ν. 4024/2011, καθώς και οι κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις […]”, ενώ με το άρθρο 35 ορίσθηκε ότι “η έναρξη ισχύος των άρθρων 7 έως 34 αρχίζει από 1.1.2016, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του”.
10. Επειδή, στη συνέχεια, με το άρθρο 54 του ν. 4384/2016 (Α΄ 78) που άρχισε να ισχύει από τις 26.4.2016, σύμφωνα με το άρθρο 61 του νόμου αυτού, τροποποιήθηκε το ως άνω άρθρο 18 του ν. 4354/2015 ως εξής: “Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 εξακολουθεί να καταβάλλεται στο ίδιο ύψος, με τους ίδιους όρους και με τις ίδιες προϋποθέσεις στους δικαιούχους που έχουν οριστεί με τις υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και αυτών του άρθρου 67 του ν. 4235/2014 (Α΄ 32), εκτός από τις περιπτώσεις πλήρους απαλλαγής από τα καθήκοντα ή την εργασία τους για συνδικαλιστικούς λόγους με την επιφύλαξη της επικείμενης ευθυγράμμισης του σχετικού καθεστώτος με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή νομοθεσία έως τις 31.12.2017.”. Ακολούθησε ο ν. 4512/2018 (Α΄ 5), με το άρθρο 396 του οποίου, με τίτλο “Επιτροπή αξιολόγησης επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας”, αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 18 του ν. 4354/2015 και επιχειρήθηκε να μεταρρυθμιστεί πλήρως το καθεστώς της καταβολής του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας. Συγκεκριμένα, με την παρ. 1 του άρθρου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε, συστάθηκε γνωμοδοτική επιτροπή αρμόδια για την επεξεργασία και υποβολή πρότασης μεταρρύθμισης του καθεστώτος χορήγησης επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, καθώς και για την εκπόνηση από κοινού με τους συναρμόδιους φορείς βραχυπρόθεσμου, μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου σχεδίου δράσης για την πρόληψη των παραγόντων κινδύνου στους χώρους εργασίας των φορέων στους οποίους παρατηρούνται επικίνδυνες και ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας (παρ. 1). Στις παρ. 2-5 προβλέφθηκε το έργο της Επιτροπής και οι παράγοντες τους οποίους οφείλει να λάβει υπόψη της, στην δε παρ. 9 προβλέφθηκε ότι η Επιτροπή οφείλει να έχει ολοκληρώσει το έργο που περιγράφεται στις περιπτώσεις α και β και να υποβάλει σχετική γνωμοδότηση, συνοδευόμενη από αναλυτική μελέτη σύμφωνα με την ως άνω περιγραφή του έργου της, στους συναρμόδιους Υπουργούς έως τις 30.5.2018 [προθεσμία η οποία παρατάθηκε με το άρθρο 212 παρ. 1 του ν. 4635/2019 (Α΄ 167) μέχρι 30.06.2020 και ακολούθως με το άρθρο 64 του ν. 4915/2022 (Α΄ 63) έως 30.04.2022]. Στην παρ. 10 του ως άνω άρθρου 18 του ν. 4354/2015, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 396 του 4512/2018, ορίσθηκε ότι: “Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Υγείας προσδιορίζονται οι δικαιούχοι, το ύψος και οι όροι και προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής της παρ. 1.” και στην παρ. 12 του ίδιου άρθρου 18 του ν. 4354/2015 ότι: “Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παρ. 10 και σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από τον Φεβρουάριο του 2019, το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας εξακολουθεί να καταβάλλεται στους ίδιους δικαιούχους, στο ίδιο ύψος και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος. Από 1.3.2019 καταργούνται η παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 (Α΄ 176), […], καθώς και κάθε άλλη διάταξη που ρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό το καθεστώς χορήγησης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και κάθε υπουργική ή κοινή υπουργική απόφαση που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων.”. Με την παρ. 3 του άρθρου 38 του ν. 4597/2019 η παρ. 12 του άρθρου 18 του ν. 4354/2015 αντικαταστάθηκε από τότε που ίσχυσε ως εξής: “12. Μέχρι την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 10, το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας εξακολουθεί να καταβάλλεται στους ίδιους δικαιούχους, στο ίδιο ύψος και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος”. Τελικώς, μεταγενέστερα από το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, με την παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 4915/2022 (Α΄ 63 με έναρξη ισχύος στις 24.3.2022 – από τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ, κατ’ άρθρο 112 του ίδιου νόμου) αντικαταστάθηκε η παρ. 10 του άρθρου 18 του ν. 4354/2015 ως εξής: “10. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού προσδιορίζονται οι δικαιούχοι, το ύψος, οι όροι και οι προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, κατόπιν γνωμοδότησης της επιτροπής της παρ. 1. Μέχρι την έκδοση της απόφασης του πρώτου εδαφίου, το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας εξακολουθεί να καταβάλλεται στους ίδιους δικαιούχους, στο ίδιο ύψος και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος” και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 64 καταργήθηκε η παρ. 12 του άρθρου 18 του ν. 4354/2015.
11. Επειδή, ήδη, κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 10 του άρθρου 18 του 4354/2015, όπως ισχύει, εκδόθηκε η οικ.2/7396/ΔΕΠ/14.2.2023 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών – Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων – Υγείας – Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας με τίτλο “Καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 18 του ν. 4354/2015 (Α΄ 176) των υπαλλήλων του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας” (Β΄ 926/23.02.2023), στην οποία προβλέπονται τα εξής: Άρθρο 1. “Πεδίο εφαρμογής. Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ-ΙΔΟΧ), του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Β` του ν. 4354/2015 (Α΄ 176), ανά χώρο εργασίας, κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα, ως εξής: α) Κατηγορία πρώτη (Α`) σε διακόσια ευρώ (200€). β) Κατηγορία δεύτερη (Β΄) σε εκατόν πενήντα (150€).” Άρθρο 2. “Κατάταξη δικαιούχων του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας. 1. Στην κατηγορία Α` περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που ανήκουν και υπηρετούν στο Πυροσβεστικό Σώμα ως ακολούθως: α) Εποχικοί Υπάλληλοι του Πυροσβεστικού Σώματος με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου που προσλήφθηκαν με την ειδικότητα του Οδηγού πυροσβεστικών οχημάτων. β) Εποχικοί Υπάλληλοι του Πυροσβεστικού Σώματος με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου που προσλήφθηκαν με την ειδικότητα Εργάτη πυρόσβεσης – Διάσωσης. γ) Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης (Π.Π.Υ.) με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ορισμένου χρόνου επί πενταετή θητεία που προσλήφθηκαν άνευ ειδικότητας και εκτελούν καθήκοντα οδηγού πυροσβεστικών οχημάτων. δ) Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης (Π.Π.Υ.) με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ορισμένου χρόνου επί πενταετή θητεία που προσλήφθηκαν άνευ ειδικότητας και εκτελούν καθήκοντα μαχίμου πυροσβέστη. 2. […]” Άρθρο 3. “1. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους, στους κλάδους, στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του. 2. […] 11. Από την έναρξη ισχύος της παρούσας καταργούνται κατά το μέρος που αντίκεινται σε αυτήν: α) η υπ’ αρ. οικ.2/16519/0022/24.2.2012 (Β΄ 465) κοινή υπουργική απόφαση και κάθε άλλη υπουργική απόφαση που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο τη χορήγηση επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, β) κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο τη χορήγηση επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας. 12. Η απόφαση αυτή ισχύει από 1.1.2023.”.
12. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1964-1966/2013 επτ.) η διάταξη του άρθρου 15 του ν. 4024/2011, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε συνδυασμό με τις λοιπές διατάξεις του νόμου αυτού, νομίμως χαράσσει τις κατευθύνσεις της επιδοματικής πολιτικής, συνδέοντας την χορήγηση επιδομάτων, όπως συνάγεται και από την εισηγητική έκθεση του νόμου, με συγκεκριμένα ποιοτικά κριτήρια, μεταξύ των οποίων και η φύση της παρεχόμενης εργασίας. Όπως, περαιτέρω, έχει κριθεί (ΣτΕ 1964-1966/2013 επτ., 2368/2017, πρβλ. ΣτΕ 3495/2008, πρβλ. και ΑΠ 1490/2024) από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 συνάγεται ότι ο νομοθέτης επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα χορήγησε εξουσιοδότηση στους συναρμόδιους Υπουργούς να καθορίσουν τους δικαιούχους και τους όρους και προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο αποσκοπεί στην οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων που είτε εκτελούν επικίνδυνα για την υγεία τους καθήκοντα είτε εργάζονται σε περιβάλλον που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία. Άλλωστε η, κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης, τυχόν χορήγηση του επιδόματος αυτού σε κατηγορίες εργαζομένων με συνθήκες εργασίας χωρίς τα ως άνω χαρακτηριστικά είναι παράνομη ως θεσπισθείσα εκτός εξουσιοδοτήσεως (ΣτΕ 2368/2017). Ενόψει αυτού, δεν μπορούν να αξιώσουν την χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας εργαζόμενοι που δεν εργάζονται υπό συνθήκες επικίνδυνες ή ανθυγιεινές, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το ίδιο επίδομα έχει ενδεχομένως χορηγηθεί σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων, με τις οποίες παρέχουν όμοιας φύσεως υπηρεσίες (ΣτΕ 2368/2017, πρβλ. ΣτΕ 3086/2011 Ολομ., 1580/2010 Ολομ.). Εξάλλου, κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 15 του ν. 4024/2011, εκδόθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, η οικ.2/16519/0022/24.2.2012 κ.υ.α. με την οποία έγινε ο καθορισμός των δικαιούχων του ένδικου επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου και αορίστου χρόνου, μεταξύ άλλων του Δημοσίου, του ύψους αυτού ανά κατηγορία (Α΄, Β΄ και Γ΄) και η κατανομή των δικαιούχων σε επιμέρους κατηγορίες, αφού λήφθηκαν υπόψη οι συνθήκες εργασίας των υπαλλήλων διαφόρων κλάδων και ειδικοτήτων του Δημοσίου, που απασχολούνταν σε χώρους με επαγγελματικό κίνδυνο ή υπό συνθήκες επικίνδυνης εργασίας. Στην κατηγορία Α΄ συμπεριλήφθηκαν, μεταξύ άλλων, οι οδηγοί ανοιχτών φορτηγών και βαρέων φορτηγών μεικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων και λεωφορείων και οι χειριστές μηχανημάτων έργου, με την απαραίτητη προϋπόθεση να προσφέρουν υπηρεσία κατά πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, στην ειδικότητα αυτή που δικαιολογεί την καταβολή του επιδόματος, η οποία (υπηρεσία) πρέπει να βεβαιώνεται από τον οικείο προϊστάμενο (βλ. άρθρο 6 της ίδιας κ.υ.α.). Με τα δεδομένα αυτά συνάγεται ότι ο καθορισμός με την οικ.2/ 16519/0022/24.2.2012 κ.υ.α. των δικαιούχων του επίδικου επιδόματος και η κατάταξή τους στις επιμέρους κατηγορίες αναλόγως της ειδικότητάς τους, έγινε με βάση νόμιμα κριτήρια, δηλαδή κατ’ εκτίμηση των συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, η οποία ως εκ τούτου κείται εντός των ορίων της παρασχεθείσας με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 νομοθετικής εξουσιοδότησης (πρβλ. ΣτΕ 1964-1966/2013).
13. Επειδή, το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011, που άρχισε να ισχύει από τις 27.10.2011, κατά το άρθρο 43 αυτού, ορίσθηκε με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015 ότι καταργείται μαζί με τις κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις (ήτοι και την οικ.2/16519/0022/24.2.2012 κ.υ.α.), από την έναρξη ισχύος του ως άνω ν. 4354/2015, ήτοι από τις 16.12.2015, σύμφωνα με το άρθρο 46 του τελευταίου αυτού νόμου (ΣτΕ 874/2018 Ολομ. σκ. 6). Ωστόσο, παρά την κατάργηση αυτή, με την μεταβατική διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 18 του ιδίου νόμου 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε με διαδοχικά νομοθετήματα (με τις προπαρατεθείσες στη σκέψη 10 της παρούσας, διατάξεις των άρθρων 54 του ν. 4384/2016, 396 του ν. 4512/2018, 38 παρ. 3 του ν. 4579/2019 και της μεταγενέστερης του κρίσιμου χρόνου παρ. 1 του άρθρου 64 του ν. 4915/2022) διατηρήθηκε η καταβολή του ένδικου επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας στους ίδιους δικαιούχους, στο ίδιο ύψος και με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών μέχρι τη μεταρρύθμιση του κανονιστικού πλαισίου χορήγησής του, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο άρθρο 18 του ν. 4354/2015 (βλ. προαναφερθέντα και ήδη την τελικώς εκδοθείσα, κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 10 του άρθρου 18 του ν. 4354/2015, στις 23.2.2023 οικ.2/7396/ΔΕΠ/ 14.2.2023 κ.υ.α. αφορώσα, μεταξύ άλλων, και τους πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης, με την οποία καταργήθηκε η οικ.2/16519/0022/ 24.2.2012 κ.υ.α. καθ’ ο μέρος ρυθμίζει με διαφορετικό τρόπο την χορήγηση επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας).
14. Επειδή, σχετικά με το Πυροσβεστικό Σώμα, στον ν. 3511/2006 “Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος, αναβάθμιση της αποστολής του και άλλες διατάξεις” (Α΄ 258) [βλ. καθ’ ο μέρος ενδιαφέρει εν προκειμένω και τις διατάξεις των άρθρων 74, 76, 77 και 171 του νεότερου ν. 4662/2020 “Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, αναδιάρθρωση της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση συστήματος εθελοντισμού πολιτικής προστασίας, αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού και άλλες διατάξεις” (Α΄ 27), με τον οποίο καταργήθηκαν από -την ημερομηνία δημοσίευσης του- στις 7.2.2020 (άρ. 182) οι διατάξεις των άρθρων 10 έως 23 του ν. 3511/2006] ορίζονται τα εξής: Άρθρο 1 [όπως το άρθρο αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 63 του ν. 4249/2014 (Α΄ 73) βλ. και άρθρο 74 του ν. 4662/2020]. “1. Το Πυροσβεστικό Σώμα (Π.Σ.) είναι ιδιαίτερο Σώμα Ασφαλείας, υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη (και ήδη του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, βλ. άρθρο 1 παρ. 1 περ. β΄ του π.δ. 70/2021, Α΄ 161) [..] και έχει ως αποστολή: α. Την ασφάλεια και προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών και του Κράτους, του φυσικού περιβάλλοντος και ιδίως, του δασικού πλούτου της Χώρας από τους κινδύνους των πυρκαγιών, θεομηνιών και λοιπών καταστροφών. β. Την ευθύνη και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της καταστολής των πυρκαγιών και την παροχή συνδρομής για τη διάσωση των ατόμων και υλικών αγαθών, που απειλούνται από αυτές. […] γ. Την ευθύνη για τη διεξαγωγή των πυροσβεστικών-διασωστικών επιχειρήσεων της Πολιτικής Προστασίας της χώρας, της οποίας συνιστά τον επιχειρησιακό βραχίονα. 2. […]”. Άρθρο 3 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 65 του ν. 4249/2014, βλ. και το άρθρο 76 του ν. 4662/2020). “1. Το Πυροσβεστικό Σώμα είναι ιδιαίτερο Σώμα Ασφαλείας, διέπεται από ειδικούς για αυτό οργανικούς νόμους και κανονισμούς και για την εκτέλεση της αποστολής του εφοδιάζεται με τα αναγκαία μέσα και εξοπλισμό. 2. Το προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος διακρίνεται στις εξής κατηγορίες: α. Πυροσβεστικό Προσωπικό. β. Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης και γ. Πολιτικό Προσωπικό. Το πυροσβεστικό προσωπικό είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, έχει ιδιαίτερη ιεραρχία και δικούς του κανόνες πειθαρχίας, εφοδιάζεται με ειδικό δελτίο ταυτότητας και φέρει στολή. Διέπεται από δικούς του οργανικούς νόμους και κανονισμούς και μόνο για όποια θέματα δεν ρυθμίζονται από αυτούς, εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει για τους πολιτικούς δημόσιους υπαλλήλους. 3. […] 4. Όλες οι Υπηρεσίες του Πυροσβεστικού Σώματος και το πυροσβεστικό προσωπικό του τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Για το σκοπό αυτόν οι Υπηρεσίες λειτουργούν σε 24ωρη βάση όλες τις ημέρες του έτους και το πυροσβεστικό προσωπικό θεωρείται ότι βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία σε κάθε περίπτωση, που καθίσταται αναγκαία η επέμβαση του.”. Άρθρο 8 [όπως η παρ. 1 αυτού αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 4058/2012 (Α΄ 63) βλ. και άρθρο 76 ν. 4662/2020]. “1. Το προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος διακρίνεται στις εξής κατηγορίες: α. Πυροσβεστικό Προσωπικό β. Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης και γ. Πολιτικό Προσωπικό. 2. Το πυροσβεστικό προσωπικό διακρίνεται σε: α. Γενικών καθηκόντων και β. Ειδικών καθηκόντων. Ειδικών καθηκόντων είναι: […]”. Άρθρο 9 [όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο7 του π.δ. 67/2018 (Α΄ 129) και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 20 παρ. 1 του π.δ. 38/2021 (Α΄ 97) βλ. και άρθρο 77 του ν. 4662/2020] “1. Οι οργανικές θέσεις, κατά κατηγορία, βαθμό και ειδικότητα, του πυροσβεστικού προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος είναι οι εξής: Α) Γενικών Καθηκόντων: […] Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης, Β) Ειδικών Καθηκόντων: […]”. Άρθρο 18 [βλ. και ήδη άρθρο 171 του ν. 4662/2020, η παρ. 1 του οποίου παραπέμπει στις διατάξεις του ν. 4472/2017 όπως ισχύει]. “1. Οι αποδοχές του πυροσβεστικού προσωπικού καθορίζονται κάθε φορά από το νόμο που ισχύει για το μισθολόγιο των στρατιωτικών των Ενόπλων Δυνάμεων. 2. […]”. Εξάλλου, οι ιδιαίτερες, μισθολογικού χαρακτήρα, ρυθμίσεις για τους υπηρετούντες στις ΄Ενοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας, οι οποίες εφαρμόζονται και για το Πυροσβεστικό Σώμα, περιελήφθησαν διαχρονικά σε πλείστα νομοθετήματα [ν. 754/1978 (Α΄ 17), ν. 1643/1986 (Α΄ 126), ν. 2448/1996 (Α΄ 279)]. Με τις διατάξεις του ν. 3205/2003 (Α΄ 297) τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του μισθολογίου των μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας (Κεφάλαιο Ζ΄) και με το άρθρο 50 αυτού διατηρήθηκε ως βάση υπολογισμού των αποδοχών τους ο βασικός μισθός του Ανθυπολοχαγού και, πέραν του μηνιαίου βασικού μισθού, με το άρθρο 51 του ίδιου νόμου, προβλεπόταν η χορήγηση στο προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας, οικογενειακής παροχής και εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, καθώς και ειδικών επιδομάτων, συνδεόμενων με την ιδιαίτερη φύση της αποστολής τους (ειδικών συνθηκών, ειδικής απασχόλησης, θέσης υψηλής ή αυξημένης ευθύνης, ευθύνης διοίκησης διεύθυνσης και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων), και εξόδων παράστασης (ΣτΕ 2509/2021, βλ. και ΣτΕ 2192-2196/2014 Ολομ., 1125-1128/2016 Ολομ.). Ήδη με τις διατάξεις του Μέρους ΣΤ΄ (άρθρα 123 έως 162) του ν. 4472/2017 “Μισθολογικές ρυθμίσεις ειδικών κατηγοριών λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ., καθώς και των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής” (Α΄ 74/19.5.2017) θεσπίσθηκε, μεταξύ άλλων, στο Κεφάλαιο Β΄ του μέρους αυτού νέο μισθολόγιο για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, μεταξύ των οποίων και για το Πυροσβεστικό Σώμα. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν αναδρομικά από 1.1.2017, ημερομηνία από την οποία θεωρούνται καταργηθείσες, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις των άρθρων 50 και 51 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυαν (άρθρα 160 και 162). Στο δε άρθρο 127 του ως άνω ν. 4472/2017, όπως ισχύει, με τον τίτλο “Επιδόματα” προβλέπεται εκτός από τον βασικό μισθό και η χορήγηση επιδομάτων όπως, μεταξύ άλλων, επιδόματος ιδιαίτερων συνθηκών εργασίας, “λόγω της ιδιαίτερης φύσης των καθηκόντων των εν λόγω στελεχών καθώς και της απασχόλησης χωρίς ωράριο εργασίας ή πέραν του ωραρίου εργασίας” (άρθρο 127 περ. Β) ή κινδύνου (άρθρο 127 περ. Στ).
15. Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 15 του ν. 3938/2011 “Σύσταση Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και άλλες διατάξεις” (Α΄ 61), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, οριζόταν ότι: “1. Στο Πυροσβεστικό Σώμα συνιστάται ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού, με την ονομασία “Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης”, οι οποίοι καταλαμβάνουν επί θητεία οργανικές θέσεις. Συνιστώνται 4.000 οργανικές επί θητεία θέσεις πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης με αντίστοιχη μείωση οργανικών θέσεων μονίμων πυροσβεστών. Ο αριθμός των οργανικών θέσεων πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται με προεδρικό διάταγμα που προτείνεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη. 2. [όπως η παρ. αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή του πρώτου εδαφίου της με το άρθρο 180 παρ. 1 του ν. 4662/2020 (Α΄ 27)] Ως Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου για πενταετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, Έλληνες πολίτες, με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια), οι οποίοι έχουν τουλάχιστον απολυτήριο Λυκείου και δεν έχουν υπερβεί το 29ο έτος της ηλικίας τους. Το 60% των θέσεων που προκηρύσσονται για την κατηγορία αυτή καλύπτεται από υποψήφιους οι οποίοι κατέχουν επαγγελματική άδεια οδήγησης αυτοκινήτου Γ` Κατηγορίας και άνω και αν οι θέσεις δεν καλυφθούν από τους υποψήφιους αυτούς καλύπτονται από τους λοιπούς υποψήφιους της παρούσας παραγράφου. 3. Ως Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης με την ίδια ως άνω σχέση, μπορούν επίσης να προσλαμβάνονται εφόσον δεν έχουν υπερβεί το 45ο έτος της ηλικίας τους και κατέχουν τουλάχιστον απολυτήριο τίτλο υποχρεωτικής εκπαίδευσης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 25 του π.δ. 50/2001 […]: α) εποχικοί πυροσβέστες που είχαν την ιδιότητα αυτή κατά τις αντιπυρικές περιόδους 2008 έως και 2010 και β) εποχικοί πυροσβέστες που είχαν την ιδιότητα αυτή σε μία από τις αντιπυρικές περιόδους 2008 έως και 2010 και επιπλέον την ίδια ιδιότητα σε πέντε αντιπυρικές περιόδους κατά τα έτη 2000 έως και 2007. […]. 4. Κριτήρια πρόσληψης για τους υποψηφίους της παραγράφου 2 αποτελούν ο βαθμός του απαιτούμενου τίτλου σπουδών, η κατοχή άδειας ικανότητας μοτοσικλέτας, η επαγγελματική άδεια οδήγησης αυτοκινήτου Γ΄ κατηγορίας και άνω, η εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων κατά προτίμηση ως έφεδροι αξιωματικοί ή σε ειδικές δυνάμεις ή στην προεδρική φρουρά ή ως εθελοντές πενταετούς υποχρέωσης, ο χρόνος προϋπηρεσίας ως εποχικού πυροσβέστη ή εποχιακού εργατοτεχνικού προσωπικού (άρθρο 30 παρ. 20 ν. 2538/1997, […]) ή εθελοντή πυροσβέστη του Πυροσβεστικού Σώματος (ν. 1951/1991, […]) και η υπαγωγή στις διατάξεις των εδαφίων α΄ και ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 1481/1984 […]. 5. […] 6. Για την πρόσληψη του προσωπικού αυτού συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη τριμελής επιτροπή […] 8. Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης, τουλάχιστον απόφοιτοι Λυκείου, οι οποίοι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης πρόσληψης τους δεν είχαν υπερβεί το 40ό έτος της ηλικίας τους, μπορούν να ζητήσουν, αντί της ανανέωσης της θητείας τους, να ενταχθούν στο μόνιμο πυροσβεστικό προσωπικό με το βαθμό του Πυροσβέστη, εφόσον κριθούν ικανοί από το αρμόδιο Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Πυροσβεστών. […] 9. [όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με τη παρ. 3 του άρθρου 98 του ν. 4249/2014 (Α΄ 73)] α) Οι Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης ασκούν κυρίως καθήκοντα δασοπυρόσβεσης, δασο-προστασίας και πυρασφάλειας. Επίσης, δύνανται να διατίθενται επικουρικά και στην άσκηση των λοιπών καθηκόντων του πυροσβεστικού προσωπικού, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες. Κατ` εξαίρεση, όταν συντρέχουν ειδικοί ή έκτακτοι υπηρεσιακοί λόγοι που δυσχεραίνουν ουσιωδώς την άσκηση του επιχειρησιακού έργου και την αποτελεσματικότητα του πυροσβεστικού μηχανισμού, επιτρέπεται, μόνο για την αντιμετώπιση αυτών, να διατίθενται και σε κύριες πυροσβεστικές δράσεις. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους φέρουν στολή και κατάλληλο εξοπλισμό. […]. Για το χρόνο εργασίας και τις άδειες των Πυροσβεστών Πενταετούς Υποχρέωσης εφαρμόζονται κατ` αντιστοιχία οι διατάξεις που ισχύουν για το πυροσβεστικό προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος σύμφωνα με τους περιορισμούς που ορίζει η σχέση εργασίας τους με το Πυροσβεστικό Σώμα. β) Ειδικά για την αντιμετώπιση έκτακτων και εξαιρετικών επιχειρησιακών αναγκών του Πυροσβεστικού Σώματος εφαρμόζονται ανάλογα και για τους Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 15, των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 23, καθώς και των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 24 του π.δ. 210/1992 (Α΄ 99). Για τον επιπλέον του προβλεπόμενου χρόνο απασχόλησης που αντιστοιχεί στην αντιμετώπιση των παραπάνω καταστάσεων χορηγείται στους Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης ανάλογος χρόνος ανάπαυσης. 10. Οι Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης υφίστανται κατάλληλη εκπαίδευση και μετεκπαίδευση ανάλογη εκείνων των μονίμων πυροσβεστών. Ο τόπος, ο χρόνος, το είδος της εκπαίδευσης, τα κριτήρια και η διαδικασία αξιολόγησης των εκπαιδευομένων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη. Οι Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης τοποθετούνται με απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες. Ειδικά οι Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης που προέρχονται από τους υποψηφίους της παραγράφου 3 τοποθετούνται στις Πυροσβεστικές Υπηρεσίες και τα Πυροσβεστικά Κλιμάκια του νομού όπου υπηρετούσαν ως εποχικοί πυροσβέστες. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, μπορεί και κατά τροποποίηση των ως άνω διατάξεων να ρυθμίζονται θέματα μεταθέσεων για τους Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης. […]. 11. Οι Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης δεν προάγονται βαθμολογικά. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους αξιολογούνται για τα ουσιαστικά τους προσόντα και συντάσσονται εκθέσεις ικανότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αξιολόγηση των προσόντων των Πυροσβεστών. 12. Οι Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης εφοδιάζονται με ειδικό δελτίο ταυτότητας, ο τύπος του οποίου καθορίζεται με απόφαση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος. 13. Στους Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης εφαρμόζονται οι πειθαρχικές διατάξεις που ισχύουν για τους Πυροσβέστες, […] 14. […]15. Οι μηνιαίες αποδοχές των Πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης είναι αυτές που λαμβάνουν ως εποχικοί πυροσβέστες ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας τους και την οικογενειακή τους κατάσταση. 16. Οι Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης ασφαλίζονται για σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το προσωπικό αυτό μπορεί προαιρετικά να ασφαλίζεται και στα ταμεία επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας του πυροσβεστικού προσωπικού, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ισχύουν για το προσωπικό αυτό. […] 19. Για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων, εφαρμόζονται ανάλογα οι αντίστοιχες διατάξεις που ισχύουν για τους Πυροσβέστες. 20 […]”.
16. Επειδή, όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση σχετικά με το άρθρο 15 του ως άνω ν. 3938/2011 “[…] συνιστάται στο Πυροσβεστικό Σώμα μία ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού με την ονομασία “Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης”, η οποία προβλέπεται να υποκαταστήσει σταδιακά το θεσμό του Εποχικού Πυροσβέστη. Ως γνωστόν, μετά την ανάληψη της δασοπυρόσβεσης από το Πυροσβεστικό Σώμα με το ν. 2612/1998, κατέστη αναγκαία η ενίσχυση αυτού με προσωπικό κατά τους θερινούς μήνες, προκειμένου να ανταποκριθεί και στη νέα αυτή αρμοδιότητα. Έτσι, προβλέφθηκε με τον ίδιο νόμο η πρόσληψη προσωπικού εποχικής απασχόλησης, για τη χρησιμοποίησή του στη δασοπυρόσβεση κατά τους θερινούς μήνες, ένας θεσμός που λειτουργεί μέχρι σήμερα. Οι Εποχικοί Πυροσβέστες ανέρχονται σήμερα σε 5.416 και προσλαμβάνονται με σύμβαση ορισμένου χρόνου (συνήθως 4 έως και 8 μηνών τελευταία, κατ’ έτος) και τους υπόλοιπους μήνες του έτους λαμβάνουν επίδομα ανεργίας από τον Ο.Α.Ε.Δ. Η κατάσταση αυτή, ναι μεν εξυπηρέτησε αυτά τα χρόνια τις σημαντικά αυξημένες ανάγκες του Σώματος την καλοκαιρινή περίοδο, ανέδειξε όμως και αρκετά προβλήματα, που προκαλούνται τόσο από την ανασφάλεια των εποχικών πυροσβεστών, όσο και από την έλλειψη του απαραίτητου στις επιχειρήσεις πνεύματος ομάδος μεταξύ του μόνιμου και του εποχικού προσωπικού, λόγω του διαφορετικού εργασιακού του καθεστώτος, αλλά και των διαφοροποιήσεων που υφίστανται στα προσόντα και την εκπαίδευσή του. Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, τα οποία έχουν σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στο επίπονο και επικίνδυνο έργο της δασοπυρόσβεσης, κρίνεται σκόπιμο να υποκατασταθεί ο θεσμός αυτός με ένα θεσμό που θα είναι οργανικά εντεταγμένος στο Πυροσβεστικό Σώμα. Δημιουργούμε, λοιπόν, στους κόλπους του Σώματος μια ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού, τους Πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης, οι οποίοι θα έχουν ως κύριο καθήκον τους τη δασοπυρόσβεση και τη δασοπροστασία, θα επικουρούν όμως παράλληλα το πυροσβεστικό προσωπικό και σε όλα τα λοιπά καθήκοντά του, στην άσκηση των οποίων παρατηρούνται σήμερα αδυναμίες, λόγω των μεγάλων ελλείψεων στο προσωπικό αυτό. Σημειώνεται ότι σήμερα τα οργανικά κενά του Πυροσβεστικού Σώματος ανέρχονται σε πάνω από 4.000, τα οποία, λόγω της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας, δεν φαίνεται πιθανόν να καλυφθούν στο άμεσο μέλλον. Με τη δημιουργία του θεσμού του Πυροσβέστη πενταετούς υποχρέωσης, στο οποίο μπορούν να ενταχθούν και έμπειροι εποχικοί πυροσβέστες, δίνεται η δυνατότητα στο Πυροσβεστικό Σώμα να καλύψει αρκετές από τις ελλείψεις του, δεδομένου ότι, αν οι προσλαμβανόμενοι προέρχονται από εποχικούς πυροσβέστες, μπορεί με το ίδιο κόστος να προσλάβει 4πλάσιο αριθμό εξ αυτών, έναντι της πρόσληψης ιδιωτών. Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα της εργασιακής αποκατάστασης ενός μεγάλου αριθμού εποχικών πυροσβεστών, που έχουν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στον τομέα της δασοπυρόσβεσης και έχει αποκτήσει πολύτιμη σχετική εμπειρία, ενώ δεν θα χρειάζεται πλέον η πρόσληψη νέων εποχικών πυροσβεστών, ώστε σταδιακά ο θεσμός αυτός να εκλείψει, δεδομένου ότι προβλέπεται οι κενούμενες θέσεις εποχικών πυροσβεστών να μεταφέρονται στο Πυροσβεστικό Σώμα ως θέσεις Πυροσβεστών. Με την προτεινόμενη ρύθμιση παρέχεται εξουσιοδότηση προς έκδοση π.δ. με το οποίο να συνιστώνται, να αυξάνονται ή να μειώνονται οι θέσεις των Πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης, με αντίστοιχη μείωση ή αύξηση των θέσεων Πυροσβεστών. Στις θέσεις Πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης προβλέπεται να προσλαμβάνονται Έλληνες πολίτες με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου επί 5ετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεώνεται, εφόσον έχουν απολυτήριο τουλάχιστον Γυμνασίου και δεν έχουν υπερβεί το 29ο έτος της ηλικίας τους. Κατά τα λοιπά θα εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για την πρόσληψη ιδιωτών στο Πυροσβεστικό Σώμα, πλην αυτών που αναφέρονται στις γραπτές εξετάσεις και την προφορική συνέντευξη […]. Η πρόσληψη θα γίνεται με αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία καθορίζονται στο νόμο. Τα κριτήρια αυτά προσιδιάζουν στη φύση των καθηκόντων τους και αντιστοιχούν στα προσόντα που απαιτούνται για την αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών. […]. Τέλος, με τις προτεινόμενες διατάξεις ρυθμίζονται τα θέματα της ασφάλισης και της απόλυσης των Πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης καθώς και τα θέματα των αποδοχών τους. Όσον αφορά το πειθαρχικό τους δίκαιο, το χρόνο εργασίας τους, την αξιολόγηση των προσόντων τους και τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις προτεινόμενες διατάξεις γίνεται παραπομπή σε ανάλογη εφαρμογή των αντίστοιχων διατάξεων που ισχύουν για τους Πυροσβέστες.”.
17. Επειδή, τέλος, με το άρθρο 6 του ν. 3103/2003 (Α΄ 23), όπως ισχύει, προβλέπεται ότι, για την κάλυψη παροδικής φύσης αναγκών του Πυροσβεστικού Σώματος, επιτρέπεται η πρόσληψη πυροσβεστών εποχικής απασχόλησης με σχέση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για περιορισμένο χρονικό διάστημα αντίστοιχο της αντιπυρικής (συμβατικής) περιόδου [βλ. συναφώς το π.δ. 124/2003 (Α΄ 108) και ήδη το π.δ. 36/2019 (Α΄ 62) “Κανονισμός Πρόσληψης προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Πυροσβεστικό Σώμα, ως πυροσβεστών εποχικής απασχόλησης”, όπως εκάστοτε ισχύει βλ. και ΣτΕ 298/2021].
18. Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί, τόσο υπό την ισχύ του άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3511/2006 (ΣτΕ 210/2024, 2768/2022, 907-908/2019, 2154-2156/2016 κ.ά), όσο και υπό την ισχύ των νεότερων νομοθετικών εκδοχών του νόμου ή και του μεταγενέστερου νόμου 4662/2020 (ΣτΕ 1190-1191/2022 Ολομ., 436/2025, 441/2025, 1643/2023, κ.ά.) το Πυροσβεστικό Σώμα αποτελεί πολιτική διοικητική υπηρεσία και οι υπηρετούντες σε αυτή [πυροσβεστικό προσωπικό] είναι μόνιμοι δημόσιοι πολιτικοί υπάλληλοι (ΣτΕ 1190-1191/2022 Ολομ., 1643/2023 κ.ά.). Ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού του πυροσβεστικού σώματος αποτελούν, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 15 του ν. 3938/2011, όπως ισχύει, οι πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης, που καταλαμβάνουν επί θητεία οργανικές θέσεις του πυροσβεστικού σώματος και τελούν σε σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου (ΣτΕ 210/2024, 2419/2023, 490/2023). Περαιτέρω, και σε αντίθεση με το μόνιμο προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος το οποίο, όπως συνάγεται από τις ως άνω παρατιθέμενες διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 του ν. 4354/2015, 18 του ν. 3511/2006 (και ήδη άρθρου 171 του ν. 4662/2020) καθώς και άρθρων 50 -51 του ν. 3205/2003 και ήδη 123 επ. του ν. 4472/2017, υπάγεται στις ειδικές μισθολογικές ρυθμίσεις που ισχύουν για το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας (“ειδικό μισθολόγιο”), οι πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης λαμβάνουν τις μηνιαίες αποδοχές που λαμβάνουν οι εποχικοί πυροσβέστες, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 15 ν. 3938/2011. Εξάλλου, όπως συνάγεται από το προπαρατεθέν άρθρο 6 του ν. 3103/2003 σε συνδυασμό τόσο με το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 4024/2011 και την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση αυτού οικ.2/13197/0022/17.2.2012 κ.υ.α., η οποία ίσχυσε από την 1.11.2011 έως την 1.1.2016, όσο δε και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του ν. 4354/2015 (ενιαίο μισθολόγιο) ως προς τις αποδοχές των εποχικών πυροσβεστών, ελλείψει ειδικής διάταξης, εφαρμοστέα είναι τα εκάστοτε ισχύοντα στο ενιαίο μισθολόγιο για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Άλλωστε, τόσο κατ’ εφαρμογή της προπαρατεθείσας οικ.2/13197/0022/ 17.2.2012 κ.υ.α. όσο των άρθρων 7 και 18 του ν. 4354/2015, το προσωπικό που απασχολείται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δίκαιου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, εδικαιούτο πέραν του βασικού μισθού, μεταξύ άλλων, το επίδομα που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 4024/2011, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής του, για όσο χρονικό διάστημα το επίδομα αυτό διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 18 παρ. 12 του ν. 4354/2015, μέχρι την κατάργησή του, με την έκδοση της προβλεπόμενης στο άρθρο 18 παρ. 10 του ν. 4354/2015 κ.υ.α. Από τον συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων, συνάγεται ότι και οι πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης, δια της μισθολογικής εξομοίωσής τους με το άρθρο 15 παρ. 15 ν. 3938/2011 με τους εποχικούς πυροσβέστες, ήτοι υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ηθελημένα εντάχθηκαν από τον νομοθέτη τη δεδομένη χρονική στιγμή (δηλαδή από τη θέση σε ισχύ του ν. 3938/2011 στις 31.3.2011), στο ενιαίο μισθολόγιο, το οποίο αφορά τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς δημόσιους υπαλλήλους, καθώς και τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, δηλαδή στις διατάξεις του ν. 4024/2011, και ακολούθως, μετά την κατάργηση του τελευταίου, στις διατάξεις του ν. 4354/2015, και όχι στις ειδικές μισθολογικές ρυθμίσεις που ισχύουν για το μόνιμο προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος. Συνακόλουθα, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας οικ.2/16519/0022/24.2.2012 κ.υ.α., δικαιούνται το ένδικο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για όσο χρονικό διάστημα το επίδομα αυτό διατηρήθηκε σε ισχύ. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε (βλ. ανωτέρω σκέψη 12), με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011, ο νομοθέτης για τη χορήγηση του ένδικου επιδόματος, απέβλεψε σε συγκεκριμένα ποιοτικά κριτήρια, μεταξύ των οποίων και η φύση της παρεχόμενης εργασίας, και δη η εν τοις πράγμασι άσκηση επικίνδυνων και ανθυγιεινών καθηκόντων, εξουσιοδότησε δε την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση να τα προσδιορίσει (ΣτΕ 1964-1966/2013 επτ., 2368/2017). Μεταξύ δε των δικαιούχων που καθορίσθηκαν με την εκδοθείσα σχετικώς κανονιστική κοινή υπουργική απόφαση περιλαμβάνονται και αυτοί που απασχολούνται ως οδηγοί βαρέων φορτηγών μεικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων. Κατηγορία δε των φορτηγών οχημάτων αποτελούν και τα βυτιοφόρα, στα οποία περιλαμβάνονται και πυροσβεστικά οχήματα [βλ. ως ληπτέο υπόψη στοιχείο του νομοθετικού πραγματικού (πρβλ. και ΣτΕ 904-905/2024 Ολομ. σκ. 8) το με α.π. Φ90023/11039/671/23.4.2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Κύριας Ασφάλισης Μισθωτών της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, προς τη Διεύθυνση Κοινοβουλευτικού Ελέγχου της Βουλής των Ελλήνων σε απάντηση προς την υπ’ αριθμ. 3300/15.3.2013 υποβληθείσα αναφορά στη Βουλή]. Υπό τα δεδομένα αυτά, ανεξαρτήτως του εάν η εν λόγω κατηγορία υπαλλήλων (Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης) θα εδικαιούντο επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας ως εκ της φύσεως και της επικινδυνότητας των καθηκόντων τους ως πυροσβεστών, πάντως, ενόψει του ότι η μισθολογική τους κατάσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο καθοριζόταν με παραπομπή στο ενιαίο μισθολόγιο των μονίμων και δοκίμων πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων, καθώς και των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, μέχρι την ειδική ρύθμιση του ζητήματος, καθώς και του ότι τα συγκεκριμένα πυροσβεστικά οχήματα, η οδήγηση των οποίων εμπίπτει στα καθήκοντά τους, υπερέβαιναν τους 3.5 τόνους, οι πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης που απασχολούνται ως οδηγοί στα οχήματα αυτά εξομοιώνονται με τους έχοντες την ειδικότητα των οδηγών βαρέων φορτηγών κατά την έννοια και για τον σκοπό της προπαρατεθείσας οικ.2/16519/0022/24.2.2012 κ.υ.α. ερμηνευομένης σύμφωνα και με την συνταγματική αρχή της ισότητας, και δικαιούνται το ένδικο επίδομα εκ του λόγου τούτου, ο οποίος, άλλωστε, είχε αποτελέσει εν προκειμένω και τη νομική και πραγματική βάση του αγωγικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, εφόσον πληρούν και τις λοιπές προϋποθέσεις χορήγησής του. Άλλωστε, τούτο αναγνώρισε και ο νομοθέτης ο οποίος, μεταγενεστέρως του επίδικου χρόνου, με την η οικ.2/7396/ΔΕΠ/14.2.2023 κ.υ.α. χορήγησε και ρητώς το εν λόγω επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μεταξύ άλλων, και στους Πυροσβέστες Πενταετούς Υποχρέωσης (Π.Π.Υ.) με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου ορισμένου χρόνου επί πενταετή θητεία που προσλήφθηκαν άνευ ειδικότητας και εκτελούν καθήκοντα οδηγού πυροσβεστικών οχημάτων (άρθρο 2 περ. γ της κ.υ.α. πρβλ. ΣτΕ 184/2001).
19. Επειδή, εν προκειμένω, ενόψει του ότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά την ανέλεγκτη κατ’ αναίρεση κρίση του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου, η οποία άλλωστε δεν αμφισβητείται από το Δημόσιο (βλ. απεναντίας και το κατατεθέν ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού πρωτοδικείου από 26.10.2021 έγγραφο απόψεων του Επιτελείου του Αρχηγείου του Πυροσβεστικού Σώματος της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας), κατά τον κρίσιμο για καθένα τους χρόνο, υπηρετούσαν ως πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης, ασκώντας τα καθήκοντα του οδηγού πυροσβεστικών οχημάτων, ήτοι φορτηγών οχημάτων μεικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων, κατείχαν άπαντες υπηρεσιακή άδεια οδηγού χειριστή υπηρεσιών οχημάτων-μηχανημάτων κατηγορίας Γ΄ και Δ΄, ήτοι άδεια οδηγού οχήματος άνω των 3,5 τόνων [βλ. σχετικά τα π.δ. 349/1990, (Α΄ 139) και 62/2018 (Α΄ 121), που ρυθμίζουν ζητήματα σχετικά με τη χορήγηση, επέκταση και αφαίρεση αδειών ικανότητας οδηγού και χειριστή υπηρεσιακών αυτοκινήτων και μηχανημάτων στους Πυροσβεστικούς Υπαλλήλους, καθώς και το άρθρο 4 του π.δ. 51/2012 (Α΄ 101), σχετικά με τις κατηγορίες αδειών οδήγησης, μεταξύ άλλων, αυτοκινήτων], στις δε μισθοδοτικές τους καταστάσεις αναγράφονται με την ειδικότητα του «οδηγού», και επομένως, κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, παρείχαν την εργασία τους ως πυροσβέστες και οδηγοί βαρέων οχημάτων, κατέχοντας τη σχετική υπηρεσιακή άδεια οδήγησης βαρέων οχημάτων και απασχολούμενοι πλήρως και αποκλειστικώς με την ειδικότητα του οδηγού πυροσβεστικού οχήματος, το Διοικητικό Πρωτοδικείο σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, ορθώς, αν και με διαφορετική αιτιολογία, έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι εδικαιούντο το ένδικο επίδομα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας οικ.2/16519/ 0022/24.2.2012 κ.υ.α., και έκανε δεκτή την αγωγή τους, όλα δε τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με τους προεκτεθέντες λόγους της κρινόμενης αίτησης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
20. Επειδή, υπό τα δεδομένα αυτά, η αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου πρέπει να απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2025
Ο Πρόεδρος του Στ´ ΤμήματοςΟ Γραμματέας
Ιωάννης Β. Γράβαρης Λάμπρος Ρίκος
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ας Απριλίου 2026.
Η Πρόεδρος του Στ´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας
Μαρίνα ΠαπαδοπούλουΕυδοκία Κιλισμανή